Την Πρωτοχρονιά συμπλήρωσε εκατό έτη ζωής. Κατάγεται από την βόρεια Πελοπόννησο, κατοικεί στην Μελβούρνη και πηγή χαράς και ζωής του είναι πλέον τα εγγόνια του.
Πρόκειται για τον Ηλία Λαμπρόπουλο, ένας αειθαλή λήτρη του τάβλι και του μπουζουκιού.
Οταν ήρθε σε επαφή μας μας, ο Κώστας Λάμπρου, ο γιος του Ηλία Λαμπρόπουλου, τον ρωτήσαμε τι κάνει αυτές τις μέρες ένας άνθρωπος που κλείνει εκατό χρόνια ζωής στον πλανήτη.
Μας είπε πως κοιμάται (πολύ), περνά ώρες στο τάβλι με τα εγγόνια του και παίζει το μπουζούκι.

Από το 2016 που έχασε την αγάπη της ζωή του, την Λουίζα, ο Ηλίας Λαμπρόπουλος είναι ακόμα πιο κοντά στα παιδιά του, τα τρία του εγγόνια και τα τέσσερα ανήψια του.
Ζητήσαμε από τον γιο του, να ηχογραφήσει λίγα λόγια του αιωνόβιου πλέον πατέρα του, καθόσο ήταν πρακτικά δύσκολο να τον συναντήσουμε και να έχουμε μια συνομιλία μαζί του.
Ο Ηλίας Λαμπρόπουλος έζησε «κόντρα σε όλες τις πιθανότητες», όπως μας εξήγησε ο γιος του, Κωνσταντίνος Λάμπρου.
Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1924 και ήταν ο νεότερος από 7 αδέρφια.
Έζησε στην περιοχή της Ακράτας, σε ένα χωριό το οποίο παλιότερα ονομαζόταν Βαλκουβίνα. Και προερχόταν από δύο ιταλικές λέξεις: «Πάλκο», που σημαίνει χαρά και «βίνο», που σημαίνει κρασί.
Αργότερα ονομάστηκε Άμπελος από το γεγονός ότι υπήρχαν πάρα πολλά αμπέλια.
Ο Ηλίας Λαμπρόπουλος έχασε δύο από τα αδέρφια του από διάφορες κακοτυχίες και ασθένειες που έπληξαν την οικογένεια.
Το 1928 η γιαγιά του τον έσωσε ενώ βρισκόταν σε έναν αχυρώνα ο οποίος κατέρρευσε στην διάρεκια της μεγάλης σεισμικής δόνησης που έπληξε την Κορινθία και κατέστρεψε πολλά σπίτια στην περιοχή.
Ο σεισμός τότε κατέστρεψε το σύνολο σχεδόν των 2000 κτιρίων της πόλης της Κορίνθου.
Από νωρίς επέδειξε επιχειρηματικό πνεύμα καθώς ήταν υπεύθυνος, δηλαδή, διηύθυνε το τοπικό καφενείο.
Εκεί έμαθε την εξαιρετική του ικανότητα... στο τάβλι, ένα παιχνίδι που παίζει καθημερινά σε όλη του τη ζωή και συνεχίζει να το κάνει μέχρι και σήμερα.
Το 1941 ήταν 17 ετών και κατετάγει στον Ελληνικό Στρατό.
Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ηγήθηκε του τοπικού αντιστασιακού κινήματος της νεολαίας ενάντια στους Ναζί.
Γνώρισε την μετέπειτα σύζυγό του, Λουίζα, περίπου την ίδια χρονική περίοδο.
Εκείνη έπαιρνε μέρος σε εκδρομή της εκκλησιαστικής της ενορίας από την Αθήνα στο χωριό του Λαμπρόπουλου.

Τον Ιούλιο του 1944, ο νεαρός τότε Ηλίας, συνελήφθη, ανακρίθηκε και βασανίστηκε από τους Ναζί.
Εκείνες τις μέρες έλαβε χώρα η δολοφονική απόπειρα κατά του δικτάτορα Χίτλερ, γνωστό και και ως Επιχείρηση Βαλκυρία, που σύμφωνα με τον ίδιο, του έσωσε τη ζωή.
Μετά τον πόλεμο τελείωσε το Λύκειο και ετοιμαζόταν να συνεχίσει τις σπουδές του σε σχολή λογιστικής όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος πόλεμος.
Μπήκε στη Σχολή Αξιωματικών για να γίνει λοχαγός και πολέμησε στις περιοχές της Ηπείρου και της Θεσσαλίας.

Υπηρέτησε για τέσσερα χρόνια στον Ελληνικό Στρατό πολεμώντας τους ομοεθνείς του, Έλληνες.
Αυτή ήταν η πιο σκοτεινή περίοδος στη ζωή του και σπάνια μιλάει γι' αυτήν.
Στην διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, επέζησε από ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα με ένα τζιπ που κατέβαινε από ένα ύψωμα.
Ο οδηγός σκοτώθηκε και ο Ηλίας βγήκε από το τζιπ αλώβητος.
Μετά τον Εμφύλιο επέστρεψε στο χωριό του για να φροντίσει τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος είχε υποστεί σοβαρό εγκεφαλικό.

Τον φρόντισε για τα επόμενα δύο χρόνια μέχρι που έφυγε από τη ζωή.
Το 1956 αποφάσισε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να μεταναστεύσει στην Αυστραλία αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.
Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του, ο Ανδρέας και ο Θανάσης είχαν μεταναστεύσει στην Αυστραλία το 1928 και το 1930 αντίστοιχα, όπως και η αδερφή του, η Διαμάντω στις αρχές της δεκαετίας του 1950.
Ο Ηλίας ήθελε διακαώς να ακολουθήσει τα βήματά τους αφού η Ελλάδα καταστράφηκε μετά τον Εμφύλιο.
Το 1956 παρακολούθησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης, σε μια από τις πρώτες του εξόδους ως νεοαφιχθής τότε μετανάστης στην πόλη.

Αρχικά, εγκαταστάθηκε στο προάστειο St Kilda σε ένα δωμάτιο πίσω από το κατάστημα της αδερφής του.
Δύο χρόνια μετά την μετανάστευση στην Μελβούρνη, χάνει ξαφνικά την αδερφή του.
Από τότε και για τα επόμενα επτά χρόνια, προσπαθούσε να βρει τρόπο να φέρει στην Αυστραλία την αγαπημένη του Λουίζα, την μετέπειτα σύζυγό του.
Μετά από πολυάριθμα αδιέξοδα και δυσκολίες, ζήτησε και έλαβε βοήθεια από έναν πολιτικό.
Ετσι, το 1963 υποδέχτηκε στην δεύτερή του πατρίδα την αγαπημένη του και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς παντρεύτηκαν.

Το 1964 αγόρασαν ένα κατάστημα στο προάστειο Lalor της Μελβούρνης.
Τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, η Γιώτα, και τον Μάιο του 1967 ήρθε στον κόσμο το δεύτερο παιδί τους, ο Κωνσταντίνος.
Ο Ηλίας διατήρησε το μαγαζί του για τριάντα χρόνια, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε και μια δεύτερη δουλειά.
Ήταν ιδρυτικό μέλος της Ελληνορθόδοξης Ενορίας του Thomastown και διατήρησε καθήκοντα γραμματέα για 15 χρόνια.
Ενεργό μέλος του Εργατικού κόμματος, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Ο Ηλίας Λαμπρόπουλος έγραφε γράμματα εκ μέρους της ενορίας του στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας και στάθηκε στο πλευρό πολλών συμπαροίκων.
Η φιλανθρωπία και η ευγνωμοσύνη αποτελούν όπλα κάθε φορά που με την σύζυγό του την Λουίζα, αντιμετώπισαν προκλήσεις και δυσκολίες.
Και σε συνδυασμό με την θρησκευτική τους πίστη, κατάφεραν να διαχειριστούν τόσο τις καλές όσο και τις δύσκολες στιγμές.
Στις αρχές της δεκαετίας του '80, υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς αλλά αυτό δεν το πρόησε να συνεχίζει να ζει μια πάνω-κάτω κανονική ζωή.
Σήμερα ζει με την κόρη του Γιώτα, και τον γαμπρό του μετά τον θάνατο της συζύγου του Λουίζας το 2016.
Μετά τον χαμό της αγαπημένης του, έπεσε σε κατάθλιψη και ανέπτυξε μια μορφή άνοιας κια δέχεται κάθε μέρα την αγάπη και τη φροντίδα της οικογένειάς του.
Τα τελευταία χρόνια, τα τρία του εγγόνια, ο Κώστας, η Λουίζα και ο Ηλίας, αποτελούν πηγή της χαράς του και το ενδιαφέρον του έχει εστιαστεί αποκλειστικά σ’ αυτά.
Έχει επίσης δύο ανηψιούς και δύο ανηψιές που τον αγαπούν πολύ.
Έκανε πολλούς φίλους στην ζωή του. Πνεύμα οξύ, λάτρης της ιστορίας, της πολιτικής και για οτιδήποτε είναι Ελληνικό.
Έχει μια δια βίου ερωτική σχέση... με τα γλυκά, είναι εθισμένος... στην κόκα κόλα και του αρέσει να παίζει και το μπουζούκι και να τραγουδά την «Σαμιώτισσα».
Πάνω απ’ όλα, βάζει την οικογένειά του και την Ορθόδοξη πίστη του.
Φτάνοντας και ξεπερνώντας τα εκατό χρόνια ζωής, ανυπομονεί να υποδεχτεί τα χαμογελαστά πρόσωπα των εγγονών του, ένα νεύμα τους και κάθετι που έχει να κάνει μ’ αυτά.
Πρόσφατα γιόρτασε την αποφοίτηση από το πανεπιστήμιο του μικρότερου εγγονού του, με τον οποίο μοιράζεται το ίδιο όνομα.




